top of page
Search

Ο Δρ. Σωτήρης Δεδελούδης μιλά στο True Crime Diary: «Όσο περισσότερο μελετάς τον άνθρωπο τόσο λιγότερο βιάζεσαι να τον κρίνεις»

  • Jul 28
  • 9 min read


Ο Δρ. Σωτήρης Δεδελούδης καθηγητής Ψυχολογίας και εγκληματολογικός ψυχολόγος με διδακτορικό στη σκιαγράφιση βίαιων δραστών, μιλά στο True Crime Diary για την επιστήμη της εγκληματολογικής ψυχολογίας, την ανθρώπινη συμπεριφορά, το criminal profiling, τις υποθέσεις που ξεχώρισε στην επαγγελματική του πορεία και τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη προσεγγίζει το έγκλημα.

Μέσα από πραγματικά παραδείγματα και προσωπικές εμπειρίες, εξηγεί γιατί πίσω από κάθε υπόθεση απαιτούνται επιστημονική γνώση, στοιχεία και προσεκτική ανάλυση, αναδεικνύοντας τη σημασία της τεκμηριωμένης προσέγγισης στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

  • Από τις αίθουσες διδασκαλίας μέχρι την επαφή με πραγματικές υποθέσεις, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας κινεί το ενδιαφέρον περισσότερο στην ανθρώπινη συμπεριφορά;

Αυτό που εξακολουθεί να με συναρπάζει είναι ότι πίσω από κάθε ανθρώπινη πράξη υπάρχει μια ιστορία. Είτε πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει διαπράξει ένα σοβαρό έγκλημα είτε για κάποιον που προσπαθεί να διαχειριστεί τις δυσκολίες της ζωής του, η συμπεριφορά δεν εμφανίζεται ποτέ τυχαία. Διαμορφώνεται από τη βιολογία, τις εμπειρίες, τα τραύματα, τις σχέσεις, την προσωπικότητα, αλλά και τις επιλογές του ίδιου του ανθρώπου. Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν ζήσει παρόμοιες συνθήκες και να ακολουθήσουν εντελώς διαφορετικές πορείες. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι που κάνει την ανθρώπινη συμπεριφορά ανεξάντλητο αντικείμενο μελέτης.


  • Υπάρχει κάποια λανθασμένη αντίληψη που συναντάτε συχνά όταν ο κόσμος ακούει τον όρο «εγκληματολογική ψυχολογία»;

Νομίζω ότι η πιο συχνή παρανόηση είναι πως ο κόσμος συγχέει την εγκληματολογική ψυχολογία με την εγκληματολογία. Παρότι οι δύο επιστήμες συνεργάζονται στενά, δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η εγκληματολογική ψυχολογία είναι κλάδος της ψυχολογίας και εστιάζει στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στο νομικό και εγκληματολογικό πλαίσιο. Αντίθετα, η εγκληματολογία προέρχεται κυρίως από την κοινωνιολογία και τη νομική και μελετά το έγκλημα ως κοινωνικό φαινόμενο, τις αιτίες του, τις επιπτώσεις του και τον τρόπο με τον οποίο το αντιμετωπίζει η κοινωνία.

Μια ακόμη λανθασμένη αντίληψη είναι ότι η εγκληματολογική ψυχολογία αφορά αποκλειστικά τους serial killers ή ότι ο εγκληματολογικός ψυχολόγος μπορεί να «διαβάσει το μυαλό» ενός εγκληματία και να καταλάβει αν κάποιος λέει ψέματα.

Στην πραγματικότητα, η επιστήμη μας είναι πολύ πιο ευρεία. Μελετά τη συμπεριφορά των δραστών, αλλά και των θυμάτων, των μαρτύρων, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, την αξιολόγηση του κινδύνου υποτροπής και γενικότερα όλους τους ψυχολογικούς παράγοντες που σχετίζονται με το έγκλημα και τη δικαιοσύνη.

Η εγκληματολογική ψυχολογία δεν βασίζεται στη διαίσθηση ούτε σε «μαγικές» ικανότητες. Βασίζεται στην επιστημονική έρευνα, στα εμπειρικά δεδομένα και στη συστηματική αξιολόγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.


  • Πιστεύετε ότι το έγκλημα αλλάζει με την εποχή ή αλλάζουν μόνο οι τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται;

Θα έλεγα ότι τα βασικά ανθρώπινα κίνητρα πίσω από το έγκλημα δεν αλλάζουν ιδιαίτερα. Η ανάγκη για εξουσία, οικονομικό όφελος, εκδίκηση, ζήλια ή έλεγχο υπήρχε πάντοτε και πιθανότατα θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος.

Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται αυτές οι συμπεριφορές.

Η τεχνολογία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι κοινωνικές αλλαγές δημιουργούν νέες ευκαιρίες, αλλά και νέες μορφές εγκληματικότητας. Παλαιότερα βλέπαμε συχνότερα ληστείες τραπεζών, πλαστογραφίες εγγράφων ή απάτες που απαιτούσαν φυσική παρουσία. Σήμερα, όλο και περισσότερα εγκλήματα διαπράττονται πίσω από μια οθόνη, όπως οι ηλεκτρονικές απάτες, το phishing, οι κυβερνοεπιθέσεις ή ο διαδικτυακός εκφοβισμός.

Ταυτόχρονα όμως, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί και υπέρ των διωκτικών αρχών. Οι κάμερες ασφαλείας, το DNA, τα ψηφιακά αποτυπώματα, τα δεδομένα από κινητά τηλέφωνα και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αφήνουν ίχνη που παλαιότερα δεν υπήρχαν. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα πολλοί δράστες εντοπίζονται πολύ πιο γρήγορα.

Δεν είναι τυχαίο ότι τις δεκαετίες του '70 και του '80 αρκετοί κατά συρροή δολοφόνοι κατάφερναν να παραμένουν ασύλληπτοι για χρόνια, επειδή οι ερευνητικές δυνατότητες της εποχής ήταν πολύ πιο περιορισμένες. Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, είναι πολύ πιο δύσκολο για έναν δράστη να δράσει επανειλημμένα χωρίς να αφήσει στοιχεία.

Γι' αυτό και θα έλεγα ότι δεν αλλάζει τόσο η ανθρώπινη φύση όσο το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνεται. Το έγκλημα εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία και η επιστήμη οφείλει να εξελίσσεται μαζί του.


  • Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στην προσπάθεια ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε σύνθετες υποθέσεις;

Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να μην πέσεις στην παγίδα της υπεραπλούστευσης.

Στην ψυχολογία δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, γιατί κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.

Ακόμη και όταν δύο άνθρωποι έχουν βιώσει παρόμοια παιδικά τραύματα ή έχουν μεγαλώσει σε αντίστοιχες συνθήκες, μπορεί να ακολουθήσουν εντελώς διαφορετικές πορείες. Οι ατομικές διαφορές παίζουν καθοριστικό ρόλο και γι' αυτό δεν μπορούμε ποτέ να ερμηνεύσουμε μια συμπεριφορά βασιζόμενοι σε έναν μόνο παράγοντα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς. Η επιστήμη έχει αναδείξει συγκεκριμένα patterns και παράγοντες κινδύνου που εμφανίζονται συχνά σε ορισμένες κατηγορίες εγκλημάτων και αποτελούν σημαντικά εργαλεία στην αξιολόγηση και στο criminal profiling. Η πρόκληση είναι να αξιοποιούμε αυτά τα επιστημονικά μοτίβα χωρίς να ξεχνάμε ότι κάθε άνθρωπος παραμένει μια ξεχωριστή περίπτωση.

Γι' αυτό πιστεύω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είναι να βρούμε μια γρήγορη εξήγηση, αλλά να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και στη μοναδικότητα κάθε ανθρώπου. Εκεί βρίσκεται και η πραγματική αξία της εγκληματολογικής ψυχολογίας.


  • Σπουδάσατε και εργαστήκατε στο εξωτερικό. Ποιες διαφορές παρατηρήσατε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η εγκληματολογική ψυχολογία στο εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα;

Είχα την τύχη να σπουδάσω και να αποκτήσω σημαντικές εμπειρίες στο εξωτερικό, κάτι που μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσω διαφορετικές προσεγγίσεις στην εγκληματολογική ψυχολογία.

Μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες μου ήταν ότι είχα ως επόπτη και μέντορα τον καθηγητή David Canter, έναν από τους πρωτοπόρους του criminal profiling και ιδρυτή της Investigative Psychology. Μέσα από τη συνεργασία μας είχα την ευκαιρία να γνωρίσω σε βάθος τη βρετανική σχολή του profiling, η οποία βασίζεται στην επιστημονική έρευνα και στην ανάλυση της συμπεριφοράς, αντί για τη διαίσθηση ή τα στερεότυπα που συχνά βλέπουμε στις ταινίες.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η προσέγγιση συνέβαλε καθοριστικά στη διερεύνηση υποθέσεων, όπως η Railway Rapist investigation, όπου η ανάλυση της συμπεριφοράς βοήθησε ουσιαστικά τις αρχές στην αναζήτηση του δράστη.

Η μεγαλύτερη διαφορά που παρατήρησα είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η εγκληματολογική ψυχολογία είναι πολύ πιο ενσωματωμένη στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα σε ψυχολόγους, αστυνομικές αρχές, σωφρονιστικά καταστήματα και δικαστικούς φορείς, ενώ ο ρόλος του εγκληματολογικού ψυχολόγου είναι ξεκάθαρα θεσμοθετημένος.

Στην Ελλάδα έχουν γίνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια, όμως εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης, τόσο στην αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης όσο και στην ενσωμάτωση της εγκληματολογικής ψυχολογίας στους θεσμούς. Παρ' όλα αυτά, βλέπω με αισιοδοξία ότι το ενδιαφέρον του κόσμου και των νέων επιστημόνων αυξάνεται συνεχώς.

Ένας από τους προσωπικούς μου στόχους είναι να συμβάλω, μέσα από τη διδασκαλία και την έρευνα, ώστε η εγκληματολογική ψυχολογία να γίνει ακόμη πιο κατανοητή και να αξιοποιείται περισσότερο και στη χώρα μας.


  • Υπάρχει κάποια συμβουλή που σας δόθηκε νωρίς στην καριέρα σας και εξακολουθεί να σας συνοδεύει μέχρι σήμερα;

Η σημαντικότερη συμβουλή που κρατώ μέχρι σήμερα είναι να αφήνω τα δεδομένα να με οδηγούν και όχι τις προσωπικές μου πεποιθήσεις. Η πραγματική επιστήμη απαιτεί την ταπεινότητα να αλλάζεις άποψη όταν τα στοιχεία το επιβάλλουν.


  • Υπάρχει κάποια υπόθεση που χρησιμοποιείτε συχνά ως παράδειγμα στη διδασκαλία σας; Τι την κάνει τόσο σημαντική;

Μία από τις περιπτώσεις που χρησιμοποιώ συχνά στη διδασκαλία μου δεν αφορά τόσο έναν δράστη, όσο την ίδια την πρακτική του criminal profiling. Είναι η περίπτωση του Paul Britton.

Η υπόθεση του Paul Britton χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα για να κατανοήσουμε τα όρια του profiling όταν αυτό βασίζεται υπερβολικά στη διαίσθηση.

Στην υπόθεση της εξαφάνισης της Rachel Nickell το 1992, ο Britton δημιούργησε ένα ψυχολογικό προφίλ του πιθανού δράστη. Οι αρχές επικεντρώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε έναν ύποπτο που φαινόταν να ταιριάζει στο προφίλ και οργάνωσαν ακόμη και μια μυστική επιχείρηση για να αποσπάσουν ομολογία. Ωστόσο, δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και η υπόθεση κατέρρευσε.

Χρόνια αργότερα, χάρη στις εξελίξεις στην ανάλυση DNA, αποκαλύφθηκε ότι ο πραγματικός δράστης ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Η υπόθεση αυτή υπενθύμισε ότι το profiling μπορεί να είναι ένα χρήσιμο ερευνητικό εργαλείο, αλλά δεν πρέπει ποτέ να υποκαθιστά τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία ή να καθοδηγεί αποκλειστικά μια έρευνα.

Σήμερα χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα για να δείξω στους φοιτητές μου πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι να βασίζεται κανείς υπερβολικά στη διαίσθηση όταν αναλύει μια εγκληματική υπόθεση. Η διαίσθηση μπορεί να δημιουργήσει ενδιαφέρουσες υποθέσεις, αλλά δεν αποτελεί επιστημονική απόδειξη.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που προσπαθώ να περάσω στους φοιτητές μου: στην εγκληματολογική ψυχολογία δεν ακολουθούμε το ένστικτό μας· ακολουθούμε τα επιστημονικά δεδομένα.


  • Ποια υπόθεση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό θεωρείτε ότι επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο μελετάται σήμερα το έγκλημα και η ανθρώπινη συμπεριφορά;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω δύο υποθέσεις, θα επέλεγα μία από την Ελλάδα και μία από το εξωτερικό, γιατί θεωρώ ότι μας διδάσκουν δύο εντελώς διαφορετικά, αλλά εξίσου σημαντικά μαθήματα.

Στην Ελλάδα, θα ανέφερα την υπόθεση του Sorin Matei. Είναι μια υπόθεση που ανέδειξε πόσο σημαντικό είναι να κατανοούμε σωστά την ανθρώπινη συμπεριφορά σε καταστάσεις κρίσης και πόσο σοβαρές μπορεί να είναι οι συνέπειες όταν γίνονται λανθασμένες εκτιμήσεις ή δεν αξιοποιούνται επαρκώς οι επιστημονικές γνώσεις στη διαχείριση μιας διαπραγμάτευσης. Πρόκειται για μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, ακριβώς επειδή μας υπενθυμίζει ότι τα λάθη στις κρίσιμες αποφάσεις μπορεί να έχουν τραγικές συνέπειες.

Στο εξωτερικό, θα επέλεγα την υπόθεση του Railway Rapist investigation. Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτέλεσε σημείο καμπής για την εγκληματολογική ψυχολογία, γιατί οδήγησε στην ανάπτυξη της Investigative Psychology από τον David Canter και ανέδειξε τη σημασία του επιστημονικού profiling. Παράλληλα, συνέβαλε σημαντικά και στην εξέλιξη του geographic profiling, μιας μεθόδου που μελετά τη γεωγραφική κατανομή των εγκλημάτων προκειμένου να εκτιμηθεί η πιθανότερη περιοχή στην οποία ζει ή δραστηριοποιείται ένας άγνωστος δράστης.

Για μένα, αυτές οι δύο υποθέσεις συνοψίζουν δύο θεμελιώδη διδάγματα. Η πρώτη μας δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν αξιολογείται σωστά. Η δεύτερη αποδεικνύει πόσο σημαντικά αποτελέσματα μπορούμε να πετύχουμε όταν η έρευνα βασίζεται στην επιστήμη, στα δεδομένα και στη συστηματική ανάλυση της συμπεριφοράς και όχι στη διαίσθηση.

Αυτό είναι και το μήνυμα που προσπαθώ να μεταφέρω στους φοιτητές μου: η εγκληματολογική ψυχολογία δεν έχει στόχο να εντυπωσιάζει, αλλά να βοηθά τις αρχές να λαμβάνουν καλύτερες και πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις.


  • Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σας πορείας, υπήρξε κάποια υπόθεση που εξακολουθεί να σας απασχολεί μέχρι και σήμερα; Τι ήταν αυτό που την έκανε να χαραχθεί στη μνήμη σας;

Για λόγους επαγγελματικής δεοντολογίας και εμπιστευτικότητας δεν μπορώ να αναφερθώ σε πολλές από τις υποθέσεις στις οποίες έχω εμπλακεί, ιδιαίτερα σε υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικές κακοποιήσεις ή κακοποίηση παιδιών.

Υπάρχει όμως μία υπόθεση που με έχει σημαδέψει και εξακολουθώ να τη θυμάμαι μέχρι σήμερα. Αφορούσε τη δολοφονία μιας μητέρας μέσα στο σπίτι της με πολλαπλά χτυπήματα από μαχαίρι. Ο δράστης δεν είχε αφήσει ουσιαστικά εγκληματολογικά ευρήματα που να οδηγούν με σαφήνεια στην ταυτότητά του.

Στο πλαίσιο της έρευνας κατηγορήθηκε και προφυλακίστηκε ο γιος της, ο οποίος έπασχε από σχιζοφρένεια. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι, μεταξύ άλλων, παρουσιάστηκαν από ειδικούς απόψεις σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν αυξημένη πιθανότητα να στραφούν βίαια εναντίον της μητέρας τους.

Αυτό ήταν κάτι που με έκανε να αισθανθώ έντονα την ευθύνη που έχουμε ως επιστήμονες. Η ψυχολογική ή ψυχιατρική γνώση δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται για να στιγματίζει ανθρώπους ή να οδηγεί σε γενικεύσεις. Μια διάγνωση από μόνη της δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία.

Η συγκεκριμένη υπόθεση μου υπενθύμισε ότι η επιστήμη μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τη δικαιοσύνη, αλλά μόνο όταν χρησιμοποιείται με προσοχή, επιστημονική τεκμηρίωση και σεβασμό στα πραγματικά δεδομένα της κάθε υπόθεσης.


  • Το ενδιαφέρον για το true crime αυξάνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Τι πιστεύετε ότι λέει αυτό για τη σύγχρονη κοινωνία και τη σχέση της με το έγκλημα;

Το ενδιαφέρον για το true crime υπήρχε πάντα. Σήμερα είναι πιο προσβάσιμο. Όταν παρουσιάζεται με επιστημονική τεκμηρίωση, μπορεί να εκπαιδεύσει. Παράλληλα, μας δίνει την ευκαιρία να εξηγήσουμε ότι το σύγχρονο profiling βασίζεται στα δεδομένα και όχι στη διαίσθηση, όπως συνέβαινε συχνά στην παλαιότερη αμερικανική προσέγγιση.


  • Πόσο επηρεάζει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται μια υπόθεση από τα ΜΜΕ τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον θύτη, το θύμα και τελικά την ίδια τη δικαιοσύνη;

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν τεράστια δύναμη, γιατί δεν μεταδίδουν απλώς πληροφορίες· επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο τις ερμηνεύουμε.

Καμιά φορά λέω χαριτολογώντας ότι από «Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης» γίνονται «Μέσα Μαζικής... Εξαπάτησης». Προφανώς δεν αναφέρομαι σε όλους τους δημοσιογράφους, γιατί υπάρχουν εξαιρετικοί επαγγελματίες. Όμως, όταν η τηλεθέαση ή το click γίνεται πιο σημαντικό από την ακρίβεια, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραμορφωθεί η πραγματικότητα.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του από τη Δικαιοσύνη. Πολύ συχνά όμως βλέπουμε να διεξάγεται μια «δίκη» στα τηλεοπτικά πάνελ ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολύ πριν ολοκληρωθεί η έρευνα ή πριν αποφανθεί το δικαστήριο.

Ως ψυχολόγοι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι τείνουν να σχηματίζουν γρήγορα μια πρώτη εντύπωση και στη συνέχεια να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις πληροφορίες που επιβεβαιώνουν αυτή την αρχική τους πεποίθηση. Γι' αυτό ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται μια υπόθεση μπορεί να επηρεάσει βαθιά την εικόνα που έχουμε για τον ύποπτο, το θύμα, ακόμη και για την ίδια τη δικαιοσύνη.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ο κίνδυνος της ενοχοποίησης του θύματος, όταν η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τις πράξεις του δράστη στις επιλογές ή στον τρόπο ζωής του θύματος. Αυτό όχι μόνο είναι άδικο, αλλά μπορεί να αποτρέψει και άλλα θύματα από το να μιλήσουν.

Πιστεύω ότι τα ΜΜΕ επιτελούν έναν εξαιρετικά σημαντικό κοινωνικό ρόλο όταν ενημερώνουν υπεύθυνα, με σεβασμό στα γεγονότα και χωρίς να υποκαθιστούν τη Δικαιοσύνη. Ως επιστήμονες έχουμε κι εμείς ευθύνη να εξηγούμε τα δεδομένα και όχι να ενισχύουμε τον εντυπωσιασμό.

Η ενημέρωση είναι απαραίτητη. Η «δίκη» όμως πρέπει να γίνεται στις δικαστικές αίθουσες και όχι στα τηλεοπτικά παράθυρα.


  • Αν σας ζητούσα να συνοψίσετε σε μία φράση όσα σας έχει διδάξει η επιστήμη σας για τον άνθρωπο, ποια θα ήταν αυτή;

Αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία φράση, θα έλεγα:

«Όσο περισσότερο μελετάς τον άνθρωπο, τόσο λιγότερο βιάζεσαι να τον κρίνεις.»

Η ψυχολογία με δίδαξε ότι πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει μια ιστορία, μια διαδρομή και μια σειρά από παράγοντες που αλληλεπιδρούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τις πράξεις ενός ανθρώπου. Άλλο η κατανόηση και άλλο η δικαιολόγηση.

Νομίζω ότι αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αξία της επιστήμης μας: μας βοηθά να αντικαταστήσουμε τις εύκολες βεβαιότητες με την περιέργεια, τη γνώση και την ενσυναίσθηση. Και τελικά, να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος είναι πολύ πιο σύνθετος απ' όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Κάθε συνέντευξη αποτελεί μια ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από την επιστήμη, την έρευνα και την προσπάθεια να κατανοήσουμε τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Δρ. Σωτήρη Δεδελούδη για τον χρόνο που διέθεσε, την εμπιστοσύνη του και την ουσιαστική συζήτηση που μοιράστηκε μαζί μας, δίνοντας μας την ευκαιρία να προσεγγίσουμε την εγκληματολογική ψυχολογία μέσα από τη δική του επιστημονική ματιά.

Comments


Stay updated with the latest true crime stories.

bottom of page